ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΡΓΙΑΣ--ΟΧΙ ΣΤΟ ΩΡΑΡΙΟ ΤΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΩΝ-ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ--ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΜΑΣ-----ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΚΛΑΔΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ---ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΜΙΣΘΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ 751 ΕΥΡΩ--ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΠΕΙΝΑΣ---ΣΤΑΘΕΡΗ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΗ ΔΟΥΛΕΙΑ--ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ----ΕΝΙΑΙΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΩΡΕΑΝ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΑΣ-ΠΡΟΝΟΙΑΣ-ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ----ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ--ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΙΚΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ---ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΦΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΑΡΑΤΣΙΩΝ--ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟ ΣΤΑ 20.000 ΕΥΡΩ-----ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ ΠΟΥ ΜΕΙΩΝΟΥΝ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΕΣ----ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ -----

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

ΟΙ ΑΠΕΡΓΙΕΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΡΟΣ1

Μια ιστορική αναδρομή κι ένα συνοπτικό χρονικό των μεγάλων απεργιών που σημάδεψαν τα μεταπολεμικά χρόνια και κυρίως την περίοδο της Μεταπολίτευσης: από τους Οικοδόμους, τη ΛΑΡΚΟ και τη Μαντεμ Λακο, στους Χαλυβουργούς και τους Ναυτεργάτες.

Η Έφη Αχτσιόγλου ως υπουργός Εργασίας, δεν είναι η πρώτη που προσπαθεί να περιορίσει τις απεργίες.
Παλιότερα ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης, της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας που προκάλεσε μεγάλες λαϊκές
κινητοποιήσεις με τον περιβόητο αντισυνδικαλιστικό εργατικό νόμο 330 με τον οποίο διατεινόταν πως θα καταργήσει την… ταξική πάλη. Αργότερα, το 1983, με το άρθρο 4, ο Γεράσιμος Αρσένης προσπάθησε να επιβάλλει αντίστοιχα σκληρές προϋποθέσεις για την κήρυξη απεργίας. Ο νόμος του, που προέβλεπε ότι απόφαση για απεργία σε πρωτοβάθμια σωματεία παίρνεται με την ψήφο του 50%+1 των παρευρισκομένων, ψηφίστηκε μεν, δεν εφαρμόστηκε ποτέ δε.

Όποιος και αν ήταν κατά καιρούς ο νόμος για τις απεργίες, περισσότερο ή λιγότερο αυστηρός, αυτές δεν έπαψαν και πιθανότατα δεν πρόκειται και να πάψουν. Όταν άλλωστε απεργίες -και μάλιστα από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη- υπήρξαν ακόμα και την περίοδο της Κατοχής, πως να σταματήσουν τώρα;

Όταν οι οικοδόμοι ξήλωναν πεζοδρόμια
Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, επικαλείται «νοικοκύρεμα των ασφαλιστικών ταμείων» και με το νόμο 4104/60, αυξάνει τα ένσημα για την κατώτερη σύνταξη από 2.050 σε 4.050, κάτι που σήμαινε πως –για παράδειγμα- οι οικοδόμοι θα έβγαιναν στη σύνταξη στα 65 τους χρόνια.
Τα γιαπιά «βράζουν» την ώρα που η ηγεσία της Ομοσπονδίας των Οικοδόμων, προσπαθεί να τους καθησυχάσει μιλώντας για διάλογο με την κυβέρνηση. Τα σωματεία που διαφωνούν με τη συγκεκριμένη τακτική, προχωρούν σε συντονισμό και ξεκινούν απεργιακό αγώνα.

Την 1η Δεκεμβρίου του 1960, η αστυνομία βρίσκεται σε πρωτοφανή κινητοποίηση. Γύρω από το Εργατικό Κέντρο της πρωτεύουσας υπάρχουν μεγάλες ομάδες αστυφυλάκων. Αστυνομικά αυτοκίνητα σταθμεύουν σε όλη την περιοχή του κέντρου. Πριν ακόμα αρχίσει η συγκέντρωση, οι παρευρισκόμενοι είναι ασφυκτικά πολιορκημένοι από αστυνομικούς.
Στον χώρο τριγυρίζουν και άνθρωποι της «Συνδικαλιστικής Ασφάλειας». Αμέσως μετά τις ομιλίες και αφού ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας έχει αποδοκιμαστεί από τους χιλιάδες συγκεντρωμένους οικοδόμους, αντιπροσωπεία ξεκινά για το υπουργείο Εργασίας, ώστε να καταθέσει τα αιτήματά της. Στον δρόμο, οι αστυνομικοί επιτίθενται χτυπώντας τους απεργούς. Οι απεργοί υποχωρούν προς το Εργατικό Κέντρο, ενώ στην άσφαλτο υπάρχουν τραυματίες.
 Ενώ η επίθεση συνεχίζεται εναντίον εργαζομένων που κουβαλούν τραυματίες συναδέλφους τους, οι απεργοί ανασυντάσσονται μπροστά στο ΕΚ, αποκρούουν την επόμενη επίθεση των αστυνομικών σε μάχες σώμα με σώμα, ενώ στην οδό Πειραιώς και στο ύψος της πλατείας Ωδείου, φτάνουν στρατιωτικά οχήματα που αποβιβάζουν στρατιώτες, που προχωρούν με τα όπλα προταγμένα και σε σχηματισμό μάχης.
 Πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Οι οικοδόμοι, εξοπλίζονται με ξύλα από αποθήκη της οδού Αγησιλάου, ενώ ξηλώνουν ακόμα και πλάκες από τα πεζοδρόμια για να αμυνθούν. Οι οδομαχίες, κρατούν ώρες, ενώ η αστυνομία χρησιμοποιεί για πρώτη φορά και δακρυγόνα. Στο κτήριο του ΕΚΑ φτάνει ο αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, Ρακιτζής, που δίνει το «λόγο της τιμής του» πως δεν θα γίνουν συλλήψεις. Καμία από τις δεσμεύσεις δεν ίσχυσε. Η αστυνομία συνέλαβε 173 απεργούς ενώ υπήρχαν και 66 τραυματίες, 3 εκ των οποίων από σφαίρες.
 Την αμέσως επόμενη ημέρα, 45.000 οικοδόμοι προχωρούν σε νέα απεργία και διαδήλωση που χτυπιέται και πάλι από στρατό και αστυνομία. Έντεκα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου και μέχρι την συγκεκριμένη απεργία, υπήρχε στους εργαζόμενους διάχυτος ο φόβος για τις εργατικές κινητοποιήσεις.

Η πρώτη μεγάλη απεργία μετά την πτώση της Χούντας
Η ΛΑΡΚΟ, του βιομήχανου Μποδοσάκη, θεωρείται την εποχή εκείνη μια από τις πρώτες εταιρείες εξόρυξης σιδηρονικελίου στην Ευρώπη. Στις 27 Ιανουαρίου του 1977, 900 εργάτες της ΛΑΡΚΟ στη Λάρυμνα προχωρούν σε απεργία, με αιτήματα την αύξηση των μισθών κατά –περίπου- 20% και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Η εργοδοσία, ούτε που θέλει να ακούσει σχετικά. Στα μέσα Φλεβάρη και ενώ η απεργία μετρά 20 μέρες, προσλαμβάνει απεργοσπάστες που έρχονται καθημερινά από την Αθήνα με πούλμαν συνοδεία περιπολικών. Οι αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή γίνονται όλο και περισσότερες, με διπλό στόχο. Την προστασία των απεργοσπαστών και της εύρυθμης λειτουργίας του εργοστασίου και τον εκφοβισμό των απεργών.

Στις αρχές Μάρτη, ο Μποδοσάκης απολύει τρεις εργαζόμενους και με καταχώρηση σε εφημερίδες, στρέφεται κατά της απεργίας. Παράλληλα, στο τέλος του ίδιου μήνα απολύει 10 διοικητικούς υπαλλήλους και κατοίκους των χωριών της περιοχής, με αιτιολογία ότι δεν υπάρχει δουλειά λόγω της απεργίας.
Η αστυνομία έχει ενεργό ρόλο στο «χτύπημα» της απεργίας. Χτυπά τους απεργούς που προσπαθούν να έρθουν σε επαφή με τους απεργοσπάστες, ενώ στα μέσα Μαρτίου, συλλαμβάνει 15 απεργούς στο χωριό Μαρτίνο. Μεταξύ αυτών ο πρόεδρος και ο γραμματέας του σωματείου των εργαζομένων, τους οποίους η ασφάλεια πήρε από τα σπίτια τους, τα ξημερώματα.
 Κυβέρνηση και εργοδοσία προσπάθησαν, να αποκλείσουν την περιοχή και τα νέα από εκεί, να μην φτάνουν ούτε στην υπόλοιπη χώρα, ούτε έξω από αυτήν. Έτσι απαγορεύτηκε η είσοδος των ανταποκριτών της σοβιετικής εφημερίδας «Πράβντα» αλλά και Σουηδών δημοσιογράφων, στη Λάρυμνα.

Παρά τα εμπόδια, η απεργία συνεχίζεται. Στις 7 Μαΐου, αρχίζουν νέες διαπραγματεύσεις μεταξύ απεργών και εργοδοσίας. Τα αιτήματα πλέον είναι η επαναπρόσληψη των απολυμένων, η αύξηση αποδοχών, η καταβολή μεροκάματων της απεργίας.
Μια εβδομάδα αργότερα, η εργοδοσία δέχεται να δώσει αυξήσεις 17% αύξηση, 15.000 δραχμές οικονομική ενίσχυση και επαναπρόσληψη των απολυμένων. Η Γενική Συνέλευση των εργαζομένων που ακολουθεί, αποφασίζει τη λύση της απεργίας έπειτα από 110 μέρες.

Απεργία στη Μαδέμ Λάκο του Μποδοσάκη
Ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η απεργία στη ΛΑΡΚΟ, σε μια άλλη επιχείρηση του Μποδοσάκη, στα μεταλλεία της Μαδέμ Λάκο στη Χαλκιδική, ξεσπά 48ωρη απεργία από 700 μεταλλωρύχους.
Η εργοδοσία απαντά με απόλυση του προέδρου και του γενικού γραμματέα του Σωματείου των εργαζομένων. Τα αιτήμα των εργαζομένων είναι αυξήσεις στους μισθούς, ενώ στην πορεία προστίθεται και η επαναπρόσληψη των απολυμένων.

Λίγες μέρες μετά, η εργοδοσία κάνει ακόμα πέντε απολύσεις συνδικαλιστών. Στις 21 Μαρτίου και ενώ η απεργία συνεχίζεται και η εργοδοσία συνεχίζει να απολύει, η αστυνομία επιτίθεται με αύρες, γκλοπς και δακρυγόνα στους εργάτες. Ακολούθησε η σύλληψη του προέδρου και του γενικού γραμματέα του Σωματεία, αλλά και πέντε ακόμα μελών της απεργιακής επιτροπής. Απεργοί που τραυματίζονται γυρνούν προς τα χωριά τους, ενώ οι κάτοικοι χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησιών καλώντας σε συμπαράσταση.
Επίθεση γίνεται και στα μεταλλεία της Ολυμπιάδας, που ανήκουν κι αυτά στο Μποδοσάκη. Οι απεργοί κλείνονται στις στοές για να προφυλαχθούν από την αστυνομία. Οι δυνάμεις της χωροφυλακής ξεπερνούσαν πλέον τους 1000 άνδρες και τις 18 αύρες στην περιοχή.

Στις αρχές Ιουνίου, ένας από τους λιγοστούς απεργοσπάστες, εμφανίζεται στην Αστυνομία και δηλώνει ότι κινδυνεύει η ζωή του. Λίγες μέρες αργότερα μπαίνει φωτιά σε ξύλινη αποθήκη που είχε, η οποία κάηκε μαζί με τα ζώα που υπήρχαν μέσα. Στις 5 Ιουνίου, η αστυνομία εξαπολύει νέα επίθεση, αυτή τη φορά στο Νεοχώρι, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό πολλών απεργών και τη σύλληψη 17.
Δεκαέξι απεργοί, οδηγούνται σε δίκη λίγες μέρες αργότερα. Πολιτική αγωγή, οι δικηγόροι της εταιρείας. Οκτώ αθωώνονται και σε έξι επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4-8 μηνών. Άνθρωποι της εταιρείας γυρνούν στα χωριά και απειλούν πότε ότι θα τους απολύσουν και πότε πως θα συλληφθούν γιατί η απεργία είναι παράνομη.
Τελικά, στις αρχές Αυγούστου, ο δικηγόρος της εταιρείας στέλνει εξώδικα σχεδόν στο σύνολο των απεργών που έμεναν σε σπίτια ιδιοκτησίας της εταιρείας, καλώντας τους να τα εγκαταλείψουν εντός τριών ημερών. Η απεργία, διαρκεί μέχρι τον Οκτώβριο συμπληρώνοντας σχεδόν 250 ημέρες, κάτω όμως από το βάρος των πιέσεων, λήγει, χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί τα αιτήματα των εργαζομένων.

Η απεργία για το ωράριο στις τράπεζες
Το 1979, η Ελλάδα ετοιμάζεται να μπει στην ΕΟΚ. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, καλείται να πάρει μέτρα ώστε οι ελληνικές τράπεζες να ανταπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τους τραπεζικούς ομίλους της υπόλοιπης Ένωσης, στην οποία η Ελλάδα εντάχθηκε τον Ιανουάριο του 1981.
Τον Ιούλιο του 1979, η κυβέρνηση εξαγγέλει μέτρα που μεταβάλλουν το ωράριο εργασίας στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές. Μέχρι τότε ήταν από τις 7:45 π.μ. ως τις 3:30 μ.μ., Δευτέρα ως Παρασκευή. Το ωράριο που σχεδιάζει η κυβέρνηση ξεκινά στις 9:00 π.μ. και τελειώνει στις 5:30 μ.μ., με μια ώρα μεσημβρινή διακοπή.

Σε ορισμένα υποκαταστήματα, προβλεπόταν η δυνατότητα να αντικατασταθεί η αργία του Σαββάτου με την αργία της Δευτέρας. Κάποιοι τραπεζοϋπάλληλοι δηλαδή να δουλεύουν το Σάββατο και να παίρνουν ρεπό την Δευτέρα. Το ωράριο θα ίσχυε από την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους.
Εκτός από την αλλαγή του ωραρίου, η αναστολή των προσλήψεων και η εναλλαγή των αργιών, που σήμαινε πως όπου εφαρμοζόταν το προσωπικό θα ήταν μειωμένο κατά 50% σε μέρες αιχμής σήμαινε εντατικοποίηση της εργασίας.
Η απάντηση της ΟΤΟΕ, ήταν να κηρύξει απεργία διαρκείας στις 4 Ιουλίου του 1979. Η απεργία έχει μεγάλη επιτυχία και συμμετέχει σχεδόν το 95% των 30.000 τραπεοϋπαλλήλων της εποχής. Τη δεύτερη μέρα της απεργίας, μπαίνουν στη μάχη και οι περίπου 2.500 εργαζόμενοι στις ασφαλιστικές εταιρείες.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπουργός Συντονισμού τότε, δηλώνει πως θα πάρει μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία των τραπεζών και πράγματι, Δικαιοσύνη, κοινωνικός αυτοματισμός και εργοδοσία… βάζουν μπροστά. Ένας μηχανολόγος καταθέτει μήνυση, λέγοντας πως η απεργία είναι παράνομη και η Εισαγγελία της Αθήνας δίνει εντολή για προκαταρκτική εξέταση. Την ίδια ώρα οι διοικήσεις των τραπεζών απειλούν με απολύσεις, κυρίως τους συμβασιούχους.
Οι απεργοί δεν κάνουν πίσω, συνεχίζουν να συμμετέχουν με μεγάλα ποσοστά στην απεργία και η κυβέρνηση περνά στο επόμενο στάδιο. Αντιμετωπίζοντας τις τράπεζες ως επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, ζητά από τις διοικήσεις να δώσουν κατάλογο ενός 20% των υπαλλήλων, ώστε να χρησιμοποιηθεί σαν απεργοσπαστικός μηχανισμός.
Επιτρέπει στις τράπεζες τη δημιουργία παράλληλου μηχανισμού εν μέσω απεργίας, με προσλήψεις συμβασιούχων και συνταξιούχων. Ταυτόχρονα, δίνει τη δυνατότητα διεκπεραίωσης σειράς τραπεζικών εργασιών μέσω αγροτικών συνεταιρισμών και ταχυδρομικών ταμιευτηρίων.
Το μέτωπο των απεργών, δεν σπάει και πάλι και η κυβέρνηση αναγκάζεται στις 11 Ιουλίου να κηρύξει πολιτική επιστράτευση. Παρόλα αυτά, μεταβάλλει τη ρύθμιση του ωραρίου. Τελικά το ωράριο που διαμορφώνεται είναι Δευτέρα έως Πέμπτη 9 π.μ. έως 3.45 μ.μ. και Παρασκευή 8.45 π.μ. έως 4.45 μ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου