Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

"ΠΕΦΤΟΥΝ ΚΟΡΜΙΑ" ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ


Ο χάρτης της αγοράς, όπως διαμορφώνεται από την κυριαρχία τριών επιχειρηματικών ομίλων
    Οι ανακατατάξεις των επιχειρηματικών ομίλων στον κλάδο, φέρνουν απολύσεις και κλιμάκωση της επίθεσης σε βάρος των εργαζομένων
Σύμφωνα με δημοσιεύματα στον οικονομικό Τύπο (Απρίλης 2015), σε εξέλιξη βρίσκεται ένα μπαράζ εξαγορών ανταγωνιστικών αλυσίδων και μεταβίβασης σημείων πώλησης στην Αττική και στην επαρχία, προκειμένου οι μεγάλοι όμιλοι των σούπερ μάρκετ να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην αγορά, συγκεντρώνοντας τον τζίρο και τα μερίδια από τους πιο αδύναμους, που πλήγηκαν περισσότερο από την κρίση.
Ηδη, μόνο τον προηγούμενο χρόνο, 241 καταστήματα και επτά λιανεμπορικές αλυσίδες άλλαξαν χέρια. Η τάση αυτή ενισχύεται, με «μοχλό» και την πίεση που ασκούν οι τράπεζες προς τους μικρότερους, υπερχρεωμένους ομίλους. Σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, στα τέλη του 2015, οι τρεις μεγαλύτεροι όμιλοι στον κλάδο («Μαρινόπουλος - Carrefour», «ΑΒ Βασιλόπουλος - Delhaize» και «Σκλαβενίτης») θα αθροίζουν τζίρο άνω των 6 δισ. ευρώ, ελέγχοντας ο καθένας τους από περίπου 20% της αγοράς.
Αυτή η συσσώρευση τζίρου στα ταμεία μόλις τριών επιχειρηματικών ομίλων, χαρακτηρίζεται από τα ίδια δημοσιεύματα «πρωτόγνωρη» για την Ελλάδα. Ερχεται ως αποτέλεσμα της ισχυροποίησής τους, μετά τον εκτοπισμό ή την αποχώρηση ξένων και εγχώριων αλυσίδων τα τελευταία χρόνια, αλλά και της αυτόνομης ανάπτυξής τους, με το άνοιγμα νέων καταστημάτων.
Ετσι, μόνο με τις εξαγορές και τις συνεργασίες franchising των τριών «μεγάλων» της αγοράς, εκτιμάται ότι φέτος έχουν αλλάξει χέρια περίπου 270 σημεία πώλησης σε όλη την Ελλάδα και κυρίως σε νησιωτικές περιοχές, φέρνοντας στα ταμεία τους επιπλέον τζίρο πάνω από μισό δισ. ευρώ. Συγκεκριμένα:
Μέχρι σήμερα, ο όμιλος «Μαρινόπουλου» έχει προσθέσει 185 καταστήματα στο δίκτυό του, ύστερα από τις συμφωνίες δικαιόχρησης που έκανε με την «Karipidis» για την αλυσίδα των σούπερ μάρκετ «Αρβανιτίδης» (149 καταστήματα), την «Elite Αριάδνη» (7 καταστήματα), την εξαγορά 10 καταστημάτων από τις αλυσίδες «Μαρκέτα», «Παλαμάρης» και «Τοξότης» και τη συμφωνία ένταξης άλλων 18 καταστημάτων της «Κρόνος» στο σήμα «Carrefour».
Αντίστοιχα, πάνω από 15 καταστήματα έχει προσθέσει στο δίκτυό του τα τελευταία χρόνια ο όμιλος «ΑΒ Βασιλόπουλος», αριθμώντας σήμερα 305 καταστήματα, με στόχο να αναπτύξει αυτόνομα άλλα 25 μέχρι το τέλος του 2015.
Ο «Σκλαβενίτης», τέλος, εξελίσσεται στον μεγαλύτερο αγοραστή αλυσίδων σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα, αποκτώντας την «Makro Cash & Carry» (12 καταστήματα) από τη γερμανική «Metro Group» που αποχώρησε από την Ελλάδα, το 60% της «Χαλκιαδάκης» στην Κρήτη, που εξαγόρασε από τον όμιλο «Βερόπουλου» (38 καταστήματα), ενώ παλαιότερα είχε προχωρήσει σε συμβάσεις μίσθωσης 18 καταστημάτων με τις «Extra - Πρώτα και Φθηνά», «Δούκας», «Μπαλάσκας» κ.ά. Τώρα, βρίσκεται σε εξέλιξη η συμφωνία για τη μετοχική συνεργασία ή εξαγορά του 60% της αλυσίδας «Βερόπουλος», που αριθμεί σήμερα 185 καταστήματα στην Ελλάδα (91 στην περιφέρεια και 94 στην Αττική). Με την ολοκλήρωσή της, ο προσδοκώμενος τζίρος για τη «Σκλαβενίτης» θα ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ και το δίκτυο θα αριθμεί πλέον 295 - 300 καταστήματα σε όλη την Ελλάδα.
ΑΛΥΣΙΔΕΣ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
«Σούπερ» ανάπτυξη με μισθούς ακόμη και 170 ευρώ!
Μια συνοπτική εικόνα του κλάδου, σε αντιπαραβολή με τις συνθήκες που δουλεύουν οι εργαζόμενοι σ' αυτόν.      
Στα 11 δισ. ευρώ έφτασε ο τζίρος των σούπερ μάρκετ το 2014 και γι' αυτό το ποσό διαγκωνίζονται οι μεγάλες αλυσίδες   
Η ανάπτυξη του δικτύου των καταστημάτων, η κατοχή της «μερίδας του λέοντος» στον κύκλο εργασιών και το ύψος των επενδύσεων από τις μεγάλες επιχειρήσεις, την ίδια στιγμή που οι μικρότερες φυτοζωούν ή κλείνουν, είναι μερικά από τα στοιχεία που δείχνουν με σαφήνεια την τάση συγκέντρωσης και στον κλάδο εμπορίας τροφίμων.
Χαρακτηριστική είναι η διαπίστωση που καταγράφεται σε έρευνα της ICAP πριν το καλοκαίρι: «Οι μεγάλες εταιρείες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των συνολικών πωλήσεων, ενώ η τάση συγκέντρωσης στον κλάδο συνεχίζεται. Σημαντικό ρόλο στην τάση αύξησης του βαθμού συγκέντρωσης τα τελευταία χρόνια διαμορφώνει η συνεχής επέκταση του δικτύου καταστημάτων των μεγαλύτερων αλυσίδων του κλάδου (μέσω εξαγοράς καταστημάτων άλλων επιχειρήσεων ή/και με το άνοιγμα νέων σημείων πώλησης).
Επίσης, αρκετές από τις μικρομεσαίες (κυρίως) εταιρείες αντιμετωπίζουν πρόβλημα βιωσιμότητας και οδηγούνται στο κλείσιμο των μη αποδοτικών τους καταστημάτων ή ακόμα και στην άρση της λειτουργίας τους, με αποτέλεσμα η ζήτηση που "χάνεται" από τις συγκεκριμένες εταιρείες να κατευθύνεται κυρίως στις μεγαλύτερες αλυσίδες του κλάδου. Εξάλλου, οι μεγάλες αλυσίδες επιτυγχάνουν σημαντικές οικονομικές κλίμακες, γεγονός που ενισχύει τη θέση τους έναντι των μικρότερων εταιρειών και συμβάλλει στην αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης στον κλάδο».
Αλλη μελέτη που έγινε το 2011 από το Ινστιτούτο Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα μεγάλα (πάνω από 400 τετραγωνικά μέτρα) και τα μικρά (100 έως 399 τετραγωνικά μέτρα) σούπερ μάρκετ αυξήθηκαν από το 2000 έως 2009 κατά 17,45%. Νεότερα στοιχεία από άλλες πηγές δείχνουν ότι σήμερα τα σούπερ μάρκετ έχουν ξεπεράσει τα 2.400 πολύ μεγάλα, μεγάλα και μικρά καταστήματα σε όλη τη χώρα.
Να σημειώσουμε εδώ ότι ο αριθμός των καταστημάτων των μεγάλων επιχειρήσεων πρέπει να ιδωθεί σε συνδυασμό με την επιφάνειά τους και τη δυνατότητα που έχουν να καλύπτουν τις ανάγκες μιας μεγάλης περιοχής, σε αντίθεση με τα μικρά καταστήματα τροφίμων που λειτουργούν σε γειτονιές.
Μάχη για τον τζίρο των 10 και πλέον δισ. ευρώ
Στην ίδια μελέτη σημειώνεται πως στην Ελλάδα, «το οργανωμένο λιανεμπόριο (σούπερ μάρκετ) αποτελεί περίπου το 40%» του συνολικού κύκλου εργασιών στο λιανεμπόριο τροφίμων. Σύμφωνα εξάλλου με στοιχεία της IRI, τα σούπερ μάρκετ έχουν πληγεί λιγότερο από την κρίση συγκριτικά με άλλους κλάδους, καταγράφοντας απώλειες τζίρου 8,7% τη διετία 2012 - 2014. Το 2014, ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ και των καταστημάτων «Cash & Carry» έφτασε τα 11 δισ. ευρώ.
Σημειώνουμε εδώ ότι από την έναρξη της κρίσης, το ΑΕΠ της χώρας κατρακύλησε κατά περίπου 30%.
Αλλα στοιχεία (ΙΕΛΚΑ) δείχνουν ότι ο κύκλος εργασιών των σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα από το 2001 έως το 2008 παρουσίασε «μία σημαντική αύξηση κατά 60%». Αντίστοιχα, από στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας προκύπτει η συνεχής ανοδική τάση του δείκτη κύκλου εργασιών (έτος βάσης 2010=100) από το 2000 (μέσος ετήσιος δείκτης 52,5) έως και το 2008 (106,9).
Τα επόμενα χρόνια υπάρχει μια πτώση, αλλά εξακολουθεί να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, τόσο σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει στα μικρά καταστήματα τροφίμων, όσο σε σχέση και με το γενικό δείκτη του κύκλου εργασιών, τον οποίο ξεπερνά σταθερά από το 2011 έως το 2014. Ενδεικτικά:
Το 2008, ο γενικός δείκτης εργασιών ήταν 112,6, ο δείκτης εργασιών των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων 106,9 και ο δείκτης εργασιών των μικρών καταστημάτων στον ίδιο κλάδο 100,1.
Το 2012, ο γενικός δείκτης εργασιών ήταν 82,6, ο δείκτης εργασιών των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων 92,3 και ο δείκτης εργασιών των μικρών καταστημάτων στον ίδιο κλάδο 77,3.
Το 2014, ο γενικός δείκτης εργασιών ήταν 74,6, ο δείκτης εργασιών των μεγάλων καταστημάτων τροφίμων 83,9 και ο δείκτης εργασιών των μικρών καταστημάτων στον ίδιο κλάδο 71,1.
Ενα άλλο στοιχείο που δείχνει την κυριαρχία των μεγάλων επιχειρήσεων, είναι το ύψος των επενδύσεων. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Το 2008, οι μεγάλες επιχειρήσεις έκαναν επενδύσεις που ξεπέρασαν τα 400 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα μικρά καταστήματα μόλις έφτασαν τα 47 εκατομμύρια ευρώ.
Το 2013, μέσα στην κρίση, οι επενδύσεις των μεγάλων επιχειρήσεων έφτασαν τα 250 εκατομμύρια ευρώ, ενώ των μικρών καταστημάτων περίπου τα 35 εκατομμύρια ευρώ.
«Σβήνουν» οι μικρότεροι
Την κατάσταση αυτή συμπληρώνει η μείωση του αριθμού των μικρότερων επιχειρήσεων και η μείωση των απασχολουμένων (κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες και τα μη αμειβόμενα μέλη της οικογένειας, αλλά και οι μισθωτοί/ημερομίσθιοι).
Στη μελέτη του ΙΕΛΚΑ αναφέρεται ότι το 2000 τα παντοπωλεία έφταναν τα 13.648 και τα περίπτερα τα 9.660. Σήμερα, άλλη μελέτη εκτιμά ότι δεν έχουν μείνει πάνω από 7.000 παντοπωλεία και περίπου 8.000 περίπτερα.
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι οι μικρές επιχειρήσεις (οπωροπωλεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, αρτοποιεία/ζαχαροπλαστεία, καπνοπωλεία, ποτοπωλεία, κατεψυγμένα, γαλακτοπωλεία) το 2003 αριθμούσαν 29.469. Εφτασαν το ανώτερο τις 30.081 το 2008 και μετά άρχισαν να μειώνονται, φτάνοντας το 2013 τις 25.023 (μείωση 16,81% μεταξύ των ετών 2008 - 2013).
Αντίστοιχα, σε αυτές τις επιχειρήσεις:
Οι αυτοαπασχολούμενοι με προσωπικό το 2003 αριθμούσαν 44.169, το 2010 έφτασαν 45.812 και το 2013 έπεσαν στους 34.143 (μείωση 25,47% μεταξύ των ετών 2010 - 2013).
Οι μισθωτοί το 2003 ήταν 19.186, το 2008 έφτασαν τους 29.437 και το 2013 έπεσαν στους 24. 669 (μείωση 16,19% μεταξύ των ετών 2008 - 2013).
Στις μικρές επιχειρήσεις, οι μισθωτοί αποτελούν το 40 - 60% του προσωπικού, στοιχείο που δείχνει ότι σε αυτές δουλεύουν κυρίως οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων και μέλη της οικογένειάς τους.
Σαρώνει η μερική απασχόληση
Στα περισσότερα σούπερ μάρκετ, οι «παλιοί» εργαζόμενοι αμείβονται με την κλαδική σύμβαση, με μείωση 6,7%, χωρίς επιδόματα, την οποία υπέγραψε η πλειοψηφία της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας. Ολοι οι νεοπροσλαμβανόμενοι αμείβονται με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (586 και 511 ευρώ μεικτά).
Από τη συζήτηση του «Ριζοσπάστη» με τους δύο συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στα σούπερ μάρκετ, προέκυψε και το εξής αποκαλυπτικό στοιχείο: Στις επιχειρήσεις του κλάδου υπάρχουν εργαζόμενοι που απασχολούνται τρεις μέρες τη βδομάδα και ο μισθός τους ίσα που φτάνει τα 170 ευρώ! Αντίστοιχα, ένας τετραωρίτης εργαζόμενος, αμειβόμενος με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση, παίρνει μισθό 240 ευρώ!
Γι' αυτό οι μεγάλες αλυσίδες, όπως καταγγέλλουν οι δύο συνδικαλιστές, αντικαθιστούν σταδιακά τους παλιούς εργαζόμενους, που τους θεωρούν «υψηλόμισθους», επειδή παίρνουν 800 και 1.000 ευρώ το μήνα. Οι μαρτυρίες αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν τις άθλιες συνθήκες εργασίας στον κλάδο: Προσωπικό που κάνει τα πάντα, ψίχουλα αντί για μισθούς, πλήρης κυριαρχία της μερικής απασχόλησης, εντατικοποίηση της εργασίας, κυρίως μέσω των υπερωριών, της «στοχοθεσίας», των πολλαπλών αντικειμένων εργασίας.
Σε μεταπτυχιακή εργασία που εκπονήθηκε το 2010 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διαπιστώνονται τα εξής: «Από στοιχεία και εκτιμήσεις προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι στον κλάδο των σούπερ μάρκετ σήμερα ανέρχονται γύρω στους 79.667, από τους οποίους το 24,7% (19.678 εργαζόμενοι) είναι πλήρως απασχολούμενοι και το 75,3% (59.989 εργαζόμενοι) είναι μερικώς απασχολούμενοι (...) Στα ταμεία σημειώνονται τα υψηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις πλησιάζουν και το 100% των εργαζομένων (...).
Στα ράφια το ποσοστό των μερικώς απασχολουμένων περιορίζεται στο 40%-45% των εργαζομένων, καθ' ότι οι ανάγκες σε προσωπικό είναι πάντα προβλέψιμες (...) Ενα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι γυναίκες αναδεικνύονται πρωταθλήτριες στη μερική απασχόληση στο χώρο (...)».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου